ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΟ ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Θέμα : Κοινοποίηση της υπ' αριθ. 17/90
Γνωμοδότησης του Ν.Σ. του Κράτους

Σας κοινοποιούμε την υπ' αριθ. 17/1990 Γνωμοδότηση του Ν.Σ. του Κράτους η οποία έγινε δεκτή από τον Υπουργό Οικονομικών και από την οποία προκύπτει ότι ο εγγυητής Ελληνικό Δημόσιο δεν υποχρεούται στην καταβολή των αναπροσαρμοσμένων επιτοκίων, για τα υφιστάμενα ανεξόφλητα υπόλοιπα των εγγυημένων δανείων που χορηγήθηκαν προ της 27ης -10-1989 ημερομηνίας έκδοσης της υπ' αριθ. 1633 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος "Χρηματοδότηση Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών (ΔΕΚΟ)".

Για την εφαρμογή της προαναφερόμενης Γνωμοδότησης τα Πιστωτικά Ιδρύματα που έστειλαν στην υπηρεσία μας βεβαιωμένες απαιτήσεις τους, προερχόμενες από καταπτώσεις δανείων τις οποίες υπελόγισαν με αναπροσαρμοζόμένο επιτόκιο στηριζόμενοι στην πιο πάνω Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας Ελλάδος, θα πρέπει να τις επαναϋπολογίσουν με το προβλεπόμενο αρχικά συμβατικό επιτόκιο και να μας υποβάλλουν νέες αναλυτικές και συγκεντρωτικές καταστάσεις καθώς και αντίγραφο των ΑΦΕΚ που θα στείλουν στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ για την διαγραφή του επί πλέον ποσού. Κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να αντιμετωπισθούν και οι περιπτώσεις εξόφλησης απαιτήσεων των πιστωτικών Ιδρυμάτων για τις οποίες υπάρχει ανέκλητη εξουσιοδότηση της Τράπεζας Ελλάδος να χρεώνει τον λογαρισμό του Δημοσίου Νο 200.

Τέλος, εξυπακούεται ότι στο μέλλον οι σχετικές απαιτήσεις από καταπτώσεις συναφθέντων δανείων προ της 27-10-1989 θα υπολογίζονται με τον προαναφερόμενο τρόπο.

Ο Γενικός Γραμματέας
Γεώργιος Κουρής


TO ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συνεδρίαση της 19.7.1990 Περίληψη ερωτήματος

Εάν το Δημόσιο ευθύνεται ως εγγυητής να καταβάλει την διαφορά εκ του ανακαθορισμού του επιτοκίου δανειστικών συμβάσεων Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών, που κατηρτίσθηκαν προ της πράξεως 1633/27.10.1989 του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος, στις εξής περιπτώσεις:
α) Όταν η υπηρεσία κατά την έκδοση της αποφάσεως με την οποία παρέχεται η εγγύηση του δημοσίου λαμβάνει γνώση του περιεχομένου στην δανειστική σύμβαση όρου περί δυνατότητας αναπροσαρμογής του επιτοκίου αλλά η σύμβαση δεν υπογράφεται από εκπρόσωπο του Δημοσίου.
β) Όταν η υπηρεσία κατά την έκδοση της αποφάσεως με την οποία παρέχεται η εγγύηση του Δημοσίου δεν λαμβάνει γνώση του περιεχομένου των συμβάσεων, οι οποίες υπογράφονται σε χρόνο μεταγενέστερο και χωρίς την σύμπραξη του Δημοσίου .
γ) Όταν στα σχετικά έγγραφα που αποστέλλουν τα πιστωτικά ιδρύματα την έκδοση αποφάσεως παροχής της εγγυήσεως του Δημοσίου, δεν περιλάμβανεται όρος περί δυνατότητας αναπροσαρμογής του επιτοκίου.

Επί του ερωτήματος αυτού το Νομικό Συμβούλιο εγνωμοδότησεν ως ακολούθως :
1. Από το έγγραφο 203086/7788/9025/1990 της ερώτησης υπηρεσίας και τα συνημμένα σε αυτό στοιχεία προκύπτουν ως εξής :

Α Κατ΄ ενάσκηση των αρμοδιοτήτων της καταργηθείσης Νομισματικής Επιτροπής (Ν.1266/82 άρθρο 1) , ο Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος εξέδωσε την πράξη 1633/1989(ΦΕΚ /Α/3.11.89) με την οποία, κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 8/48 επέτρεψε στα αναφερόμενα σε αυτή πιστωτικά ιδρύματα να χορηγούν δάνεια σε δρχ. προς Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμούς χωρίς προηγούμενη ειδική κατά περίπτωση έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος και όρισε (μεταξύ άλλων) ότι το επιτόκιο, η διάρκεια και οι λοιποί όροι των δανειοδοτήσεων που θα γίνονται είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμοι, τηρουμένων, όμως ως προς το επιτόκιο των κατώτατων ορίων που είχαν ορισθεί με την πράξη του ιδίου Διοικητού 1089/87.

Β. Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί προ της εκδόσεως και ισχύος της ανωτέρω πράξεως και υπό το ισχύον κατά την κατάρτιση τους κανονιστικό καθεστώς κατά το οποίο απαιτείτο προηγούμενη έγκριση του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος και καθορίζετο ανώτατο όριο επιτοκίου, είχαν συνάψει ως δανειολήπτες συμβάσεις με την εγγύηση του Δημοσίου.
Στις συμβάσεις αυτές είχε συμπεριληφθεί όρος κατά τον οποίο σε περίπτωση άρσεως των υφισταμένων ανώτατων ποσοστών τραπεζικού τόκου με την μερική συνολική απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων για τις χορηγήσεις στις οποίες περιλαμβάνονται και τα χορηγούμενα δάνεια, τότε ο δανειστής και οφειλέτης θα καθορίσουν με κοινή συμφωνία νέο επιτόκιο. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί για οποιουσδήποτε λόγους (έστω και νομικούς κατά την διατύπωση ορισμένων συμβάσεων) συμφωνία επί του σημείου αυτού, ο οφειλέτης υποχρεούτο να επιστρέψει αδαπάνως το δάνειο εντός ορισμένης προθεσμίας καθιστάμενος υπερήμερος μετά την άπρακτη πάροδό της.
Σε ορισμένες συμβάσεις προεβλέφθη ότι εφόσον δεν επέλθει συμφωνία μεταξύ δανειστού και δανειολήπτη, το επιτόκιο θα καθορίζεται μονομερώς από την Τράπεζα. Αν ο δανειολήπτης δεν επιθυμεί τη συνέχιση της συμβάσεως με το επιτόκιο αυτό θα έχει δικαίωμα καταγγελίας επί τη καταβολή του μέχρι της καταγγελίας υπολοίπου του δανείου, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων εξοφλήσεως με το επιτόκιο που καθόρισε μονομερώς η Τράπεζα.

Γ. Ορισμένες Τράπεζες, ισχυριζόμενες ότι με την έκδοση της Πράξεως 1633/1989 του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ηδύνατο να τεθεί σε εφαρμογή ο συμβατικός όρος περί επαναδιαπραγματεύσεως των επιτοκίων των προγενεστέρων της εκδόσεως των δανείων, εκάλεσαν τους δανειολήπτες προς κατάρτιση νέας συμφωνίας περί του επιτοκίου .
Αριθμός Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών αρνήθηκε ότι υπείχε υποχρέωση αναδιαπραγματεύσεως με το επιχείρημα ότι η πράξη 1633 /1989 του Διοικητού της Τραπέζης Ελλάδος, όπως προκύπτει από οτ περιεχόμενό της, έχει εφαρμογήν μόνον επί των δανειστικών συμβάσεων που κατηρτίσθηκαν και καταρτίζονται μετά την έναρξη της ισχύος της και όχι επί των ήδη κατηρτισμένων συμβάσεων καθώς και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν έτυχε της αναγκαίας προς τούτο εγκρίσεως του Υπουργικού Συμβουλίου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 3 του ΝΔ 588/48 όπως τούτο έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 2 του Ν. 1046/80.
Κατόπιν της αρνήσεως αυτής άλλες Τράπεζες εκάλεσαν τις αρνούμενες επιχειρήσεις να επιστρέψουν το κεφάλαιο και τους τόκους των δανείων, αναφέροντας ότι σε περίπτωση που αρνηθούν να συμμορφωθούν θα ζητήσουν την κατάπτωση της εγγυήσεως του Δημοσίου, άλλη δε προέβη στην μονομερή αναπροσαρμογή του επιτοκίου και απέστειλε στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομικών παραστατικά προς βεβαίωση στο δημόσιο ταμείο εις βάρος δανειολήπτου, της διαφοράς μεταξύ συμφωνημένου και μονομερώς καθορισμένου επιτοκίου, προ το σκοπό περαιτέρω αξιώσεως του από το δημόσιο δυνάμει της εγγυητικής σχέσεως.

Δ Η Τράπεζα της Ελλάδος προς την οποία απευθύνθησαν οι ενδιαφερόμενοι διετύπωσε την άποψη 1633 /1989 του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος δεν εμπίπτει στην κατηγορία των πράξεων εκείνων με τις οποίες καθορίζεται υποχρεωτική αναπροσαρμογή επιτοκίων υφισταμένων υφισταμένων υπολοίπων δανείων για τις οποίες απαιτείται έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, και ως εκ τούτου η αντιμετώπιση του ζητήματος αφορά τις νομικές υπηρεσίες των συμβαλλομένων μερών με βάση τους όρους των δανειστικών συμβάσεων και τις διατάξεις του Ν. 1046/80 ( έγγραφα Τ.Ε. 21291/20.12.1980, 327/6.3.90).
Κατόπιν ενεργειών ενδιαφερομένων ΔΕΚΟ, το θέμα ετέθη ενώπιον διαφόρων Υπουργείων συμπεριλαμβανομένου και του Οικονομικών, το οποίο εζήτησε την γνώμη του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας (Γενική Γραμματεία ΔΕΚΟ). Το τελευταίο απάντησεν (έγγραφο 738/20.2.1990) ότι λόγω της σοβαρότητος του θέματος είχε προβεί στις δέουσες ενέργειες προς την Τράπεζα της Ελλάδος, πλην όμως δεν έχουν ληφθεί ακόμη οριστικές αποφάσεις. Το ζήτημα εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι εκκρεμές.

Ε. Ενόψει τούτου με το ανωτέρω έγγραφο 282086/7789/9085/1990 της 15ης Διευθύνσεως του Υπουργείου Οικονομικών ερωτάται αν το Δημόσιο είναι υποχρεωμένο εκ της εγγυητικής σχέσεως να καταβάλλει την διαφορά μεταξύ αρχικώς συμφωνημένου επιτοκίου και του επιτοκίου που καθορίζεται είτε μετά την νέα διαπραγμάτευση είτε μονομερώς κατ' επίκληση της καταστάσεως που δημιουργήθηκε με την πράξη 1633/1989 του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος, στις εξής περιπτώσεις:

α) όταν το Δημόσιο έχει λάβει γνώση της ρήτρας αναδιαπραγμάτευσεως του επιτοκίου, αλλά δεν έχει συνυπογράψει την δανειστική σύμβαση.
β) όταν το δημόσιο δεν λαμβάνει γνώση του περισχομένου των δανειακών συμβάσεων, οι οποίες υπεγράφησαν μετά την έκθεση της αποφάσεως εγγυήσεως , χωρίς την σύμπραξή του.
γ) όταν στα έγγραφα των πιστωτικών ιδρυμάτων των οποίων εκδίδεται η απόφαση παροχής της εγγυήσεως δεν αναγράφεται ο όρος περί αναπροσαρμογής του επιτοκίου.


ΙΙ) Η πλειοψηφία των συμμετεχόντων στο Τμήμα μελών του Νομικού Συμβουλίου, αποτελούμενη από τον Πρόεδρο κ. Σγουρίτσα, τον Αντιπρόεδρο Στ. Κωνσταντόπουλο και τους Συμβούλους κ. Β. Ρεντζεπέρη
Κορουγένη, Α. Κομισόπουλο, Δ. Ράπτη , Π. Καμαρινέα, και Γ. Πατρινέλη, προς την οποία προσεχώρησαν και οι παριστάμενοι πάρεδροι, εδέχθη τα εξής :

α. Κατά το άρθρο 853 ΑΚ "ο εγγυητής μπορεί να προτείνει εναντίον του δανειστή τις μη προσωπαγείς ενστάσεις του πρωτοφειλέτη και αν ακόμη αυτός παραιτηθεί από αυτές μετά την συνομολόγηση της εγγυήσεως", ενώ κατά το άρθρο 859 ΑΚ ο εγγυητής δεν ικανοποίησε τον δανειστή δεν έχει αναγωγή, αν παρέλειψε να αντιτάξει βάσιμες ενστάσεις του πρωτοφειλέτη που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίσει.
Από τος διατάξεις αυτές που είναι ενδοτικού δικαίου προκύπτουν τα εξής: Ο εγγυητής εφόσον δεν παραιτήθηκε του κατά το άρθρο 853 ΑΚ δικαιώματος δύναται προς απόκρουση της εκ της εγγυήσεως υποχρεώσεώς του , να αντιτάξει κατά του δανειστού όλες τις ενστάσεις του πρωτοφειλέτη, είτε είναι γνήσιες ή καταχρηστικές, είτε ουσιαστικές ή δικονομικές, ακόμη και αν παραιτήθηκε από την ένσταση διζήσεως ή εγγυήθηκε σαν αυτοφειλέτης ( Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ άρθρο 853 αρ. 2 και αυτόθι παραπομπές) υπό την προϋπόθεση ότι δεν συνδέονται στανά προς το πρόσωπο του οφειλέτη. Έτσι, ο εγγυητής δύναται να επικαλεσθεί γεγονότα κωλύοντα την γένεση του δικαιώματος που επικαλείται ο δανειστής κατά τον δανειολήπτη ή αναιρούντα το γεννηθέν δικαίωμα, ή παρεμποδίζοντα προσωρινώς ή διαρκώς την ενέργεια του ασκούμενου δικαιώματος. Και ναι μεν ο εγγυητής δικαίωμα έχει να προβάλει τις ενστάσεις αυτές, έχει όμως πρόδηλο συμφέρον να το πράξει, ενόψει της διατάξεως 850ΑΚ κατ' εφαρμογήν της οποίας διατρέχει κίνδυνο να στερηθεί του δικαιώματος αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτου.

Υφίσταται δε ο κίνδυνος αυτός εάν ο εγγυητής ικανοποίησε τον δανειστή παραλείποντας να αντιτάξει βάσιμες ενστάσεις του πρωτοφειλέτου τις οποίες γνώριζε ή έπρεπε να γνωρίζει . Είναι δε βάσιμες, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής οι μη προσωποπαγείς ενστάσεις του είναι αποφασιστικές για την τύχη της οφειλής, όπως η ένσταση της ακυρότητας, της καταβολής της παραγραφής ότι το χρέος δεν είναι απαιτητό κ.α.
Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τριών αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών με τις οποίες παρέχεται η εγγύηση του Δημοσίου σε ισάριθμες δανειστικές συμβάσεις που ενδεικτικώς ετέθηκαν στο φάκελο που συνοδεύει το ερώτημα της υπηρεσίας, το Δημόσιο δεν παραιτείται από το απορρέον εκ του άρθρου 853 ΑΚ δικαίωμα, αλλά αντιθέτως γίνεται ρητή μνεία, ότι διατηρεί τα δικαιώματα και τις ενστάσεις που απορρέουν από τα άρθρα 853, 858 και 863 του Α.Κ. Υπό την προϋπόθεση ότι όλες οι συμβάσεις που είναι συναφείς προς το ερευνώμενο θέμα έχουν το ίδιο κατά το σημείο τούτο περιεχόμενο, είναι πρόδηλον ότι το Δημόσιο έχει δικαίωμα προβολής όλων των μη προσωποπαγών ενστάσεων του πρωτοφειλέτου. Περαιτέρω σύμφωνα με τα προεκτεθέντα προς διαφύλαξη των κατά πρωτοφειλέτου δικαιωμάτων του και διασφάλιση των ιδίων του συμφερόντων, το Δημόσιο επιβάλλεται να αντιτάξει κατά του δανειστού τις κατά την έννοια του άρθρου 859 ΑΚ βάσιμες ήτοι τις αποφασιστικές για την κύρια οφειλή, ενστάσεις τις οποίες γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει, αρνούμενο την ικανοποίηση της εκ της εγγυήσεως προβαλλόμενης αξιώσεως, καθό μέτρο τούτο επιβάλλεται εκ της φύσεως και των ιδιαιτέρων - χαρακτηριστικών της προβαλλόμενης συστάσεως.

β. Κατά τις διατάξεις του Ν.Α 588/48, η άσκηση της πιστωτικής λειτουργίας τελεί υπό κρατικό έλεγχο και πρέπει να κατευθύνεται στην ενίσχυση των κλάδων της οικονομίας με τους οποίους εκδηλώνεται αμέσως ή εμμέσως η παραγωγική δραστηριότητα της χώρας. Η πιστωτική πολιτική καθορίζεται εκάστοτε από την Κυβέρνηση, ο δε καθορισμός της ακολουθητέας, διαδικασίας ασκήσεως της και η εποπτεία της ανατίθεται στην Νομισματική Επιτροπή (άρθρα 1 και 2 παρ. 1).

Νομισματική Επιτροπή (της οποίας οι αρμοδιότητες μετεβιβάσθηκαν στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο Ν. 1266/1988) καθορίζει εκάστοτε με αποφάσεις της τα της χρηματοδοτήσεως κατά παραγωγικούς κλάδους, το συνολικό ποσό των χορηγητέων πιστώσεων καθώς και τους όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να παρέχονται από τις Τράπεζες και άλλους πιστωτικούς Οργανισμούς και πάσης φύσεως Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, είτε από τα ίδια διαθέσιμά τους, είτε από χορηγήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος. Στην παρ. 3 του άρθρου 2 του αυτού Ν. Δ/τος όπως αντεκαταστάθει με τον Ν. 1046/80, ορίζονται τα εξής :

Δια των αποφάσεων τούτων δύναται να καθορίζεται και μεταβάλληται εκάστοτε το ύψος του τόκου και των λοιπών επιβαρύνσεων εκ των προς οιονδήποτε σκοπόν υπό Τραπεζών και ετέρων πιστωτικών οργανισμών παρεχομένων ή παρασχειθεσών πιστώσεων ή δανείων ή εκδοθέντων ομολογιακών δανείων ή τραπεζικών ομολόγων, το επιτόκιων πάσης φύσεως ως και το ύψος και το είδος πάσης επιβαρύνσεως εισπραττόμενης των τραπεζών και ετέρων πιστωτικών οργανισμών δια τα παρεχόμενας υπ' αυτών πάσης φύσεως υπηρεσίας.

Αι αποφάσεις αυταί δύνανται να λαμβάνονται κατά παρέκλισιν από πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως περί του ύψους του τόκου και των λοιπών επιβαρύνσεων, δύνανται δε να ορίζουν ότι τα δι αυτών καθοριζόμενα εκάστοτε επιτόκια ή όρια επιτοκίων και λοιπών επιβαρύνσεων ισχύουν και επί υφισταμένων τοιούτων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων, καταθέσεων, ομολογιακών δανείων ή τραπεζικών ομολόγων ανεξαρτήτως του κατά περίπτωσιν επιλεγέντος υπό των δικαιοπρακτούντων τρόπου προδιορισμού του επιτοκίου και των λοιπών επιβαρύνσεων, υποκείμεναι εις την περίπτωσιν ταύτην εις την έγκρισιν του Υπουργικού Συμβουλίου".

Τέλος, κατά το άρθρο 6 του ιδίου Ν. Δ/τος .
Αι κατά τον παρόντα Νόμο αποφάσεις της Νομισματικής Επιτροπής ισχύουν από της εκδόσεώς των και είναι υποχρεωτικαί διατάξεις δια τα χορηγούνται και τα λαμβάνοντα τας πιστώσεις Φυσικά και Νομικά Πρόσωπα, ανεξαρτήτως πάσης άλλης σχετικής κείμενης διατάξεως των Νόμων ή των Καταστατικών των διεπόντων την οικονομική λειτουργίαν και δραστηριότητα των προσώπων τούτων. Αι εκ των αποφάσεων τούτων εκδιδόμεναι κατά το άρθρο 2 δημοσιεύονται εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τεύχος "Α").

Όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των ανωτέρω ρυθμίσεων οι πράξεις του Διοικητού της Τραπέζης Ελλάδος που εκδίδονται κατ' ενάσκηση των κατ' άρθρων 2 του ΝΑ 588/48 αρμοδιοτήτων της Νομισματικής Επιτροπής, σκοπούν στην εξυπηρέτηση της παραγωγικής δραστηριότητας της Χώρας και ως εκ τούτου θεραπεύουν το γενικότερο συμφέρον (ιδ. και άρθρο 106 Συντάγματος 1975) έχουν επιτακτικό χαρακτήρα, η εφαρμογή τους είναι υποχρεωτική και ως εκ τούτου συνιστούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, των οποίων η εφαρμογή δεν δύναται να αποκλειστεί από την ιδιωτική βούληση.

Περαιτέρω εκ της παρ. 3 του άρθρου 2 του αυτού Ν. Δ/τος προκύπτει ότι με τις πράξεις του Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος δύναται να καθορίζεται και να μεταβάλλεται εκάστοτε το ύψος του τόκου και των λοιπών επιβαρύνσεων τόσο ως προς τις πιστώσεις που θα παρασχεθούν από τις Τράπεζες ή άλλους πιστωτικούς οργανισμούς, από της ενάρξεως ισχύος τους εφεξής, όσο και ως προς τις ήδη παρασχεθείσες πιστώσεις. Κατ' αρχήν όμως οι ρυθμίσεις που εισάγονται με τις πράξεις αυτές εφαρμόζονται επί των συμβάσεων που καταρτίζονται από την έναρξη ισχύος τους και εφεξής είναι δε δυνατόν να εφαρμοσθούν και επί ήδη κατηρτισμένων συμβάσεων, εάν τούτο ορισθεί στην εκδιδόμενη πράξη, η οποία στην περίπτωση αυτή υπόκειται στην έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου. ΄Αλλως, οι μη καταρτισμένες συμβάσεις εξακολουθούν να διέπονται από το υφιστάμενο κατά την σύναψή τους κανονιστικό καθεστώς.

γ. Εν προκειμένω με την πράξη 1633/89 του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος (ΦΕΚ 239/Α/80) κατ' αντίθεση προς την μέχρι τότε εν γένει ισχύουσα βασική ρύθμιση καθορισμού ανώτατου ορίου επιτοκίου για τις χορηγήσεις προς Δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς ΠΥΣ 132/1980, ΦΕΚ 164/Α/80 με την οποία κυρώθηκε η απόφαση 275/21.6.1980 της Νομισματικής Επιτροπής, ορίστηκε, διά παραπομπής στην πράξη του αυτού Διοικητού 1988/87 (ΦΕΚ /125/Α/1987) για χορηγήσεις της αυτής φύσεως, κατώτατο όριο επιτοκίου, ήτοι 17% για κεφάλαιο κινήσεως και 16% για μεσομακροπρόθεσμα δάνεια, ενώ κατά τα λοιπά θεσπίστηκε ελεύθερη διαπραγμάτευση του.

Η ανωτέρω διάταξη με την οποία καθορίζεται κατώτατο όριο επιτοκίου και μεταβάλλεται το μέχρι της ισχύος της υφιστάμενο όριο επιτοκίου, διά της θεσπίσεως διαφόρου τρόπου καθορισμού του, δεν περιλαμβάνει ορισμό περίπ εφαρμογής της και επί των καταρτισμένων κατά την έναρξη των δανειστικών συμβάσεων, ούτε έχει εγκριθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο. Ως εκ τούτου δεν έχει εφαρμογή και επί των προϋφισταμένων συμβάσεων, οι οποίες και εξακολουθούν να διέπονται από το κανονιστικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο της συνάψεώς τους, ή τυχόν μεταβολές αυτού που εθεσπίσθηασν κατά το διαρρεύσαν έκτοτε διάστημα, εφόσον προεβλέφθει κατά τα ανωτέρω εφαρμογή τους, και επί των ήδη κατηρτισμένων συμβάσεων.

Κατά συνέπειαν η ύπαρξη ρήτρας στις συμβάσεις αυτές που προβλέπει αναδιαπραγμάτευση του επιτοκίου, σε περίπτωση μεταγενέστερης μερικής ή ολικής απελευθέρωσής του, δύναται να λειτουργήσει μόνον, σε περίπτωση που θα εξέδιδε, πράξη του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος εγκεκριμένη από το Υπουργικό Συμβούλιο, με την οποία θα ορίζετο ρητώς ότι καθίσταται ελευθέρως διαπραγματεύσιμο το επιτόκιο και των πιστώσεων που έχουν ήδη χορηγηθεί. Υπό πάσαν άλλην έννοιαν ή περιεχόμενο η σχετική ρήτρα είναι άκυρη και δεν παράγει ουδέν αποτέλεσμα, καθ'ό μέτρο αντιβαίνει στην αναγκαστικού δικαίου κανονιστική ρύθμιση που διέπει εκάστη σύμβαση παροχής δανείου, και με την οποία καθορίζεται ανώτατο όριο επιτόκιου, είναι δε επίσης άκυρη ως καταστρατηγούσα την αυτή ρύθμιση , ρήτρα κατά την οποία, εφόσον δεν επιτευχθεί συμφωνία περί του επιτοκίου ή δεν γίνει αποδεκτό το μονομερώς καθοριζόμενο από τον δανειστή επιτόκιο λύεται η σύμβαση και ο δανειολήπτης υποχρεούται να επιστρέψει το δάνειο. Αντίθετη απόφαση θα προσέδιδε στην πράξη 1633/89 του Διοικητού της Τραπέζης Ελλάδος, περιεχόμενο (εφαρμογή της ελευθέρας διαπραγματεύσεως των επιτοκίων επί ήδη ανώτατης ορισμένων συμβάσεων ) το οποίο δεν έχει ούτε, ήταν δυνατόν να έχει εφόσον δεν έχει εγκριθεί από του Υπουργικό Συμβούλιο.

Ενόψει των ανωτέρω κατά την γνώμη της πλειοψηφίας η προβληθείσα από τους δανειολήπτες ένσταση, περί μη εφαρμογής της Πράξεως 1633/1989 του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος επί των κατηρτισμένων κατά την θέση της σε ισχύ συμβάσεων, είναι βάσιμη κατά την έννοια του άρθ.859ΑΚ, εφόσον ως παρακωλυτική της γενέσεως του δικαιώματος των δανειστών είτε προς αξίωση καταβολής αυξημένων τόκων, παρά το συμφωνημένο και ισχύον επιτόκιο, είτε προς επιστροφή των δοθέντων δανείων, είναι αποφασιστική για την αξιούμενη οφειλή. Ως εκ τούτου το Δημόσιο και προς διαφύλαξη των δικαιωμάτων του έναντι των τοκοφειλετών οφείλει να αντιτάξει την προβληθείσα από αυτούς ένσταση κατά των δανειστών και να αρνηθεί πάσα αξίωση που θα καταβληθεί κατ΄ αυτού εκ της ανωτέρω αιτίας από τους δανειστές είτε προς καταβολή του οφειλόμενου δανείου, προς καταβολή τόκων πέραν εκείνων που έχουν καθοριστεί με την σύμβαση και την κανονιστική ρύθμιση που διέπει.

δ. Κατόπιν τούτου και εφόσον κατά τα ήδη εκτεθέντα δεν δύναται να θεωρηθεί υπό το διέπον τις καταρτισθείσες προς της ισχύος της Πράξεως 1633/89 του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος δανειστικές συμβάσεις, νομικό καθεστώς υφίσταται δυνατότης αναδιαπραγματεύσεως του επιτοκίου που καθορίζεται σε αυτές προς το σκοπό προσδιορισμού του σε ύψος μεγαλύτερο του εφαρμοστέου ανώτατου ορίου, είναι πρόδηλον ότι δεν ανακύπτει ζήτημα εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου προς κάλυψη της διαφοράς εκ τυχόν προσδιορισθέντος υψηλότερου επιτοκίου. Για το λόγο αυτό παρέλκει η απάντηση επί του συγκεκριμένου ερωτήματος που τίθεται.


ΙΙΙ. Κατά τη γνώμη των μειοψηφισάντων συμβούλων Α. Χρυσανθακόπουλου , Ποπίδα, Μ. Βεκρή, Π. Κυριαζή , Αγγ. Βουδούρη και Γ. Παπασωτηρίου, ο όρος των συμβάσεων περί δυνατότητας αναδιαπραγματεύσεως του επιτοκίου σε περίπτωση μερικής ή ολικής απελευθερώσεώς τους, τελών υπό την αίρεση της άρσεως εις το μέλλον της απαγορεύσεως συνομολογήσεως επιτοκίων υψηλότερων των κατά κατάρτιση τους επιτρεπομένων, είναι ενόψει και της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, νόμιμος και ισχυρός, πληρούται δε μετά την έκδοση της πράξεως 1633/1989 του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος, η αίρεση υπό την οποία ετέθη και κατά συνέχειαν η ενάσκηση των εκ της εφαρμογής του απορρεουσών αξιώσεων δεν δύναται βασίμως να αποκρουσθεί , τόσον από τον πρωτοφειλέτη, όσον και από τον εγγυητή.
Ως εκ τούτου κατά την γνώμη της μειοψηφίας δεν παρέλκει η απάντηση του ερωτήματος που ετέθη, επί του οποίου η γνώμη του Νομικού Συμβουλίου είναι η ακόλουθη:

IV. Αυτή καθεαυτή η γνώση εκ μέρους του εγγυητού του ενδεχομένου καταστάσεως μεταξύ του δανειστού και του πρωτοφειλέτου νέας μεταγενέστερης συμφωνίας περί του επιτοκίου, δεν επιφέρει αναγκαίως ανάλογη επιβάρυνση του εγγυητού, στην περίπτωση με την συμφωνία αυτή επαυξηθούν οι υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτου εκτός εάν η εγγυητική ευθύνη κατά την σχετική σύμβαση, καλύπτει και τις αξιώσεις που ανακύπτουν εκ της αιτίας. Κατά συνέπειαν κρίσιμο στοιχείο προς εκτίμηση της υπάρξεως σχετικής ευθύνης του εγγυητού, είναι το περιεχόμενο εκάστης συγκεκριμένης εγγυητικής συμβάσεως, και η προκύπτουσα από αυτή είτε αμέσως, είτε σε περίπτωση ασάφειας, ερμηνευτικώς σε συνδυασμό και προς τις διέπουσες τη σχέση διατάξεις, έκταση της εκάστοτε αναληφθείσης ευθύνης. Ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να δοθεί ειδικότερη απάντηση επί του ερωτήματος που τίθεται, εφόσον αυτή εξαρτάται από την κατ΄ ιδίαν περιεχόμενο εκάστης εγγυητικής συμβάσεως, εν ασάφεια του οποίου κατ΄ εφαρμογήν των κανόνων ερμηνείας των δικαιοπραξιών, δύναται να συνεκτιμηθεί, χωρίς αναγκαίως να επηρεάσει καθοριστικώς την λύση που θα δοθεί, και το γεγονός της γνώσεως εκ μέρους του εγγυητού μιας τέτοιας συμφωνίας.

Ο Πάρεδρος
Φωκίων Π. Γεωργακόπουλος


ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ

γ. την αριθ. 4/8.1.1992 ΠΥΣ "Έγκριση της 2207/17.12.1991 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος "Αναπροσαρμογή επιτοκίων υφισταμένων ληξιπρόθεσμων και άληκτων οφειλών από τραπεζικό δανεισμό" (ΦΕΚ 1/Α/13.1.1992).

δ. Την αριθ. 2394/15.7.1996 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος " Αναπροσαρμογή των επιτοκίων υφισταμένων ληξιπρόθεσμων και άληκτων οφειλών από δάνεια που είχαν υπαχθεί στις διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2007/17.12.91.

ε. Το γεγονός ότι, από την έκδοση της αριθ. 4/8.1.1992 ΠΥΣ έχει μεσολαβήσει ικανό χρονικό διάστημα, εντός του οποίου μεταβλήθηκαν οι συνθήκες που επικρατούν στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

στ. Την αριθ. 35081 /Β.1127.18.10.1996 εισήγηση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, από την οποία προκύπτει ότι, συμφωνεί με την προτεινόμενη από την Τράπεζα της Ελλάδος ρύθμιση δεδομένου ότι, το επίπεδο επιτοκίου 15%, που αποτελεί το 70% περίπου του τρέχοντος μέσου επιτοκίου στα μεσομακροπρόθεσμα δάνεια, εξασφαλίζει συνθήκες ομαλότερης αποπληρωμής των δανείων, χωρίς παράλληλα να δημιουργούνται ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις στα αποτελέσματα του Τ.Δ.Π. και των λοιπών πιστωτικών ιδρυμάτων .

Εγκρίνει :
Την αριθ. 2394 /15.7.1996 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία έχει τα εξής :

ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ο Διοικητής
ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΑΡΙΘ. 2394 / 15.7.1996
( Aρθρο 1 του Ν. 1266/82)

Θέμα: ΄Αναπροσαρμογή των επιτοκίων υφισταμένων ληξιπρόθεσμων και άληκτων οφειλών από δάνεια που είχαν υπαχθεί στις διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2007/17.12.1991.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Αφού έλαβε υπόψη :

α) Τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 1266/82 "Όργανα ασκήσεως της νομισματικής, πιστωτικής και συναλλαγματικής πολιτικής και άλλες διατάξεις"
β) το άρθρο 2 του Ν. 1046/80 "Περί συμπληρώσεως διατάξεων της τραπεζικής νομοθεσίας",
γ) την ΠΔ/ΤΕ2007/17.12.1991 "περί αναπροσαρμογής των επιτοκίων υφισταμένων ληξιπρόθεσμων και άληκτων οφειλών από τραπεζικό δανεισμό".
δ) τα 105251/7.8.1995 σχετικά έγγραφα του ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων,
ε) την σκοπιμότητα προσαρμογής των επιτοκίων των δανείων, που είχαν υπαχθεί στις διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2007/17.12.1991 προς τις συνθήκες που επικρατούν στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ
Να τροποποιήσει της ΠΔ/ΤΕ 2007/17.12.1991 (παραγρ. 1 και να καθορίσει τα εξής :
Από 1 Ιουλίου 1995 καθορίζεται σε 15% ετησίως, το επιτόκιο των υφισταμένων την ημερομηνία αυτή αλήκτων υπολοίπων δανείων τα οποία είχαν υπαχθεί στις διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2007/17.12.1991. Η Πράξη αυτή υπόκειται στην έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 10146/80.
Από τις διατάξεις της παρούσας Πράξης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.
Η πράξη αυτή να δημοσιευθεί στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο Πρόεδρος    Τα Μέλη

Ακριβές Αντίγραφο
Ο Γενικός Γραμματέας ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ



Πράξη 277 της 19ης Νοεμβρίου 1996
Έγκριση της 2394/ 15.7.1996 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος "Αναπροσαρμογή των επιτοκίων υφισταμένων ληξιπρόθεσμων και αλήκτων οφειλών από δάνεια που είχαν υπαχθεί στις διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2007/17.12.1991.


ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
΄Εχοντας υπόψη :

α. Τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 1046/1980 "Περί συμπληρώσεως διατάξεων της Τραπεζικής νομοθεσίας" (ΦΕΚ 101/Α/2.5.1980).
β. Το άρθρο 501/17.7.1996 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος.


ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΑΡΙΘ. 1183/27.11.87
( ΑΡΘΡΟ 1 ΤΟΥ Ν. 1266/82)

Θέμα: Επιτόκιο δανείων για πάγιες εγκαταστάσεις
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, αφού έλαβε υπόψη :

α) το άρθρο 1 του Ν. 1266/82 "όργανα ασκήσεως της νομισματικής πιστωτικής και συναλλαγματικής πολιτικής και άλλες διατάξεις",
β) την παράγραφο 1 της απόφασης Ν.Ε. 1265/3/27.12.62 και την παράγραφο 7 της απόφασης ΝΕ 1520/17/18.2.69
γ) την απόφαση ΝΕ 275/3/21.6.80 και τις ΠΔ/ΤΕ 625/2.12.85, 776/22.5.86, 1099/9.7.87 και 1108 /21.7.87.
δ) Την απόφαση ΝΕ 314/19/4.6.198, όπως ισχύει
ε) τις αποφάσεις ΥΠ 272/6/11/6/81 και ΕΝΠΘ 362/11/10.7.87, όπως ισχύουν
στ) την σκοπιμότητα της αποελευθέρωσης τραπεζικών επιτοκίων, με παράλληλη ενίσχυση της προσφοράς μακροπρόθεσμων δανείων για την χρηματοδότηση παγίων επενδύσεων,
Αποφάσισε τα Εξής:

1. Το επιτόκιο των δανείων των πιτστωτικών ιδρυμάτων που συνομολογούνται από 30.11.1987 με α) βιομηχανικές, βιοτεχνικές, μεταλλευτικές και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις για την χρηματοδότηση νέων παγίων εγκαταστάσεων, και β) ναυτιλιακές επιχειρήσεις για την χρηματοδότηση κατασκευής, μετασκευής και επισκευής πλωτών μέσων σε ελληνικά ναυπηγεία, καθορίζεται ελεύθερα από τα πιστωτικά ιδρύματα που χορηγούν τα δάνεια. Το επιτόκιο υπερημερίας των πιο πάνω δανείων ορίζεται από τα πιστωτικά ιδρύματα που χορηγούν τα δάνεια μέχρι και τέσσερειες (4) εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το αντίστοιχο συμβατικό επιτόκιο.
2. Τα δάνεια της παραγρ. 1 εξαιρούνται από την υποχρέωση εισφοράς στον κοινό λογαριασμό των τραπεζών για την ενίσχυση των εξαγωγικών επιχειρήσεων που καθορίζεται με τις συμβάσεις της 19.3.1962 και της 30. 1.1969.
3. Τα πιστωτικά ιδρύματα δικαιούνται αποδέσμευσης επί χορηγήσεων από την Τράπεζα της Ελλάδος ίσης με ποσοστό 5% των χορηγουμένων δανείων της παραγ.1 τροποποιουμένων ανάλογα των αποφάσεων ΝΕ 314/4.6.1981 και ΕΝΠΘ 362/11/10.7.87 . Οι σχετικές χορηγήσεις καταχωρούνται σε ιδιαίτερη στήλη στην μηναία κατάσταση κίνησης και υπολοίπων χορηγήσεων (υποδ.1).
4. Οι διατάξεις των παραγ. 2 και 3 δεν εφαρμόζεται στα δάνεια που χορηγούνται με βάση την απόφαση ΝΕ 197/87.
5. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να ανακοινώνουν εγγράφως στην Τράπεζα της Ελλάδος (Διεύθυνση Νομισματικής Πολιτικής και Τραπεζικών Εργασιών) τα επιτόκια που καθορίζουν για δάνεια της παραγρ. 1.
6. Οι αποφάσεις που ρυθμίζουν τους λοιπούς πλην του επιτοκίου όρους για τα δάνεια της παραγράφου 1 εξακολουθούν να ισχύουν.
Η πράξη αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τεύχοςΑ).

Ο Διοικητής
Δημ. Χαλικιάς